Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Θα σας παρηγορήσω και πάλι



Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής. Αντιθέτως. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερα ερωτήματα αποκτώ.

Κάθε τέλος καλοκαιριού, όταν ο Αύγουστος αρχίζει να μαζεύει τα πράγματά του και το φως αλλάζει χρώμα πάνω στη θάλασσα, επιστρέφω στην ίδια σκέψη.




Δεν μου λείπουν τα νιάτα.
Μόνο εκείνη η παιδική χαρά μου λείπει.

Επειδή εκεί όλα έμοιαζαν να αρχίζουν. Ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα. Ένα καλοκαίρι ήταν ολόκληρη ζωή. Και ο κόσμος τελείωνε κάπου λίγο πιο πέρα από εκεί όπου έφτανε το ποδήλατό μας.

Κατά τα άλλα, ίδιες είναι οι μυρωδιές. Ίδιες οι μουσικές. Ίδια η γεύση της φράουλας. Η θάλασσα απέναντι ολόιδια, όπως τότε που κατάφερα για πρώτη φορά να κολυμπήσω μέχρι τον δεύτερο βράχο της Αστραπής στους Έρμονες και πίστεψα πως είχα κατακτήσει τον κόσμο. Τελικά δεν κατέκτησα τίποτα.

Σήμερα χαμογελώ και ζηλεύω λίγο εκείνο το παιδί που ήταν τόσο βέβαιο γι’ αυτό, ενώ εγώ δεν είμαι πια βέβαιος σχεδόν για τίποτα. Η ζωή έχει χιούμορ. Και συνήθως γελάει πρώτη.

Για χρόνια κατηγορούσα τον χρόνο. Τον θεωρούσα βασικό ύποπτο. Σήμερα τον αθωώνω. Δεν μου έκλεψε τα καλοκαίρια, τη θάλασσα ή τη μουσική. Μου έκλεψε μόνο την ευκολία με την οποία πίστευα στα θαύματα.

Κι όμως, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχουν ακόμη στιγμές που κάτι μέσα μου ξεχνά πόσων χρονών είμαι.
Ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Ένα ποτήρι κρασί σε μια βεράντα. Ένα βλέμμα που καθυστερεί λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η ευγένεια.

Και βέβαια, υπάρχει πάντα μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που δεν χρειάζεται να κάνει σχεδόν τίποτα. Να καθίσει απέναντί σου. Να γελάσει. Να σηκώσει τα μαλλιά από τον λαιμό της. Να σε κοιτάξει ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και ύστερα να στρέψει αλλού το βλέμμα, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Και όλα συμβαίνουν τότε. Αχ, αυτός ο έρωτας. Ποτέ δεν ενημερώθηκε ότι μεγαλώσαμε.
Εξακολουθεί να φέρεται σαν ανεύθυνος έφηβος. Εμφανίζεται απρόσκλητος, ανακατεύει τα χαρτιά, αδιαφορεί για την ηλικία, τη λογική, για όλα εκείνα τα προσεκτικά σχέδια που κάναμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.
Εμείς μεγαλώσαμε. Εκείνος όχι.

Κάποτε πίστευα ότι ο έρωτας είναι προορισμός. Σήμερα νομίζω πως είναι τρόπος να ταξιδεύεις. Και μάλιστα χωρίς χάρτη.
Και ποτέ δεν του κράτησα κακία. Παρότι μου υποσχέθηκε αιωνιότητες που κράτησαν ελάχιστα. Παρότι με έπεισε να πιστέψω πράγματα που ούτε εγώ δεν θα πίστευα για τον εαυτό μου.

Γιατί ο έρωτας δεν κατοικεί στο τέλος της διαδρομής.
Κατοικεί λίγο πριν.
Στο χέρι που πλησιάζει το δικό σου χωρίς να το αγγίζει ακόμη. Στα γόνατα που ακουμπούν δήθεν τυχαία κάτω από ένα τραπέζι και κανείς δεν βιάζεται να τα απομακρύνει. Στην ανάσα που αλλάζει όταν ο άλλος έρχεται πιο κοντά. Στη σιωπή δύο ανθρώπων που ξέρουν περισσότερα απ’ όσα τολμούν να πουν. Στο βλέμμα που κατεβαίνει για μια στιγμή στα χείλη και επιστρέφει στα μάτια. Στο άρωμα που μένει πάνω σ’ ένα ρούχο όταν το σώμα έχει φύγει.

Όχι στο φιλί.
Λίγο πριν από το φιλί.

Σ’ εκείνα τα δευτερόλεπτα όπου τίποτα δεν έχει συμβεί ακόμη και όλα είναι ήδη δυνατά.
Ίσως γιατί δεν ερωτευόμαστε μόνο έναν άνθρωπο. Ερωτευόμαστε την εκδοχή του εαυτού μας που ξυπνά κοντά του. Τον άνθρωπο που γελά πιο εύκολα. Που ξανακούει μουσική δυνατά. Που κοιτάζει τον καθρέφτη λίγο διαφορετικά πριν βγει από το σπίτι. Που αισθάνεται περισσότερο ζωντανός μέσα στο ίδιο του το σώμα.
Και αυτή η εκδοχή αξίζει κάθε ρίσκο.

Όπως άξιζε και τότε που ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα.
Είχα έναν φίλο που έφυγε πολύ νωρίς. Παιδί ακόμη. Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως εκείνος δεν μεγάλωσε ποτέ. Εγώ άλλαξα πρόσωπο, σώμα, απόψεις, φόβους. Εκείνος παραμένει στην ίδια ηλικία. Στο ίδιο καλοκαίρι. Στην ίδια παιδική χαρά.

Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι άνθρωποι χάνονται.
Φεύγουν, ναι.
Χάνονται, όχι.
Μερικοί άνθρωποι απλώς αλλάζουν τόπο μέσα μας.

Κι αν με ρωτήσετε πού πήγαν όλα αυτά τα καλοκαίρια, οι φίλοι, οι έρωτες, οι μουσικές και τα όνειρα, θα σας παρηγορήσω και πάλι.

Δεν πήγαν πουθενά.
Απλώς μετακόμισαν πιο βαθιά μέσα μας.

Γι’ αυτό μια μελωδία μπορεί να γκρεμίσει σαράντα χρόνια μέσα σε τρία λεπτά. Μια μυρωδιά να φέρει πίσω έναν άνθρωπο πιο γρήγορα από οποιαδήποτε φωτογραφία. Μια εικόνα της θάλασσας να ανοίξει πόρτες που νόμιζες πως είχαν κλείσει οριστικά.

Η μνήμη δεν σέβεται ιδιαίτερα τον χρόνο.
Ευτυχώς.

Δεν εμπιστεύθηκα ποτέ τις βεβαιότητες. Εμπιστεύθηκα περισσότερο τη μουσική. Τη φιλία. Τον έρωτα. Τη θάλασσα όταν αγριεύει. Εκείνη την ανεξήγητη επιθυμία να περιμένω κάτι καλό, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος.

Αυτό είναι το αντίθετο της παραίτησης.
Όχι να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά. Να παραμένεις διαθέσιμος.
Σ’ ένα τραγούδι που μπορεί ακόμη να σε συγκινήσει. Σ’ έναν άνθρωπο που μπορεί ακόμη να σε αναστατώσει. Σ’ ένα φως πάνω στο νερό. Σ’ ένα άγγιγμα. Σ’ ένα όνειρο.

Να παραμένεις διαθέσιμος στο θαύμα.
Γιατί δεν μας κουράζει η ανηφόρα. Μας κουράζει η ιδέα ότι δεν υπάρχει τίποτα μετά τη στροφή.
Κι όμως, όλες οι σημαντικές στιγμές της ζωής μου με περίμεναν μετά από κάποια στροφή.
Ένας φίλος. Ένας έρωτας. Μια ανατροπή. Ένα καλοκαίρι. Ένα τραγούδι.

Γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω πως η ευτυχία θα μας βρει σε μια στροφή της ανηφόρας.
Όχι επειδή μας το χρωστά.
Αλλά επειδή εμείς εξακολουθούμε να ανεβαίνουμε.

Η θάλασσα απέναντι έχει σκοτεινιάσει. Η μουσική παίζει χαμηλά. Ο Αύγουστος μαζεύει σιγά σιγά τα πράγματά του.
Και κάπου, πολύ βαθιά μέσα μου, ακούω ακόμη τις φωνές από εκείνη την παιδική χαρά.
Όχι καθαρά.
Ίσα ίσα όσο χρειάζεται.
Για να θυμάμαι ότι ένα κομμάτι μου βρίσκεται ακόμη εκεί.
Και ευτυχώς δεν λέει να μεγαλώσει. 

Να είμαστε εδώ όταν περάσει

Υπάρχουν μέρες που οι λέξεις αντιστέκονται. Κάθονται απέναντί σου και σε κοιτούν, σαν να περιμένουν να τους εξηγήσεις πρώτα γιατί αξίζει να ειπωθούν. Κι εσύ ψάχνεις κάτι να γράψεις, όχι για να πείσεις κανέναν, αλλά για να θυμίσεις στον εαυτό σου πως δεν έχει τελειώσει ακόμη η ανάγκη να μιλάμε.



Αυτό είναι το πιο δύσκολο σήμερα. Να συνεχίζεις να αισθάνεσαι, όταν γύρω σου όλα μοιάζουν να έχουν γίνει συνήθεια.

Η απογοήτευση έρχεται σιγά. Κάθεται δίπλα σου, γίνεται καθημερινότητα και κάποια στιγμή σε πείθει πως δεν αξίζει να περιμένεις πολλά. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη χαίρεσαι πολύ. Να μη ζητάς πολλά. Εκεί ακριβώς πρέπει να αντισταθείς.

Όχι με μεγάλες κουβέντες. Με τα μικρά. Με μια παρέα που ακόμη γελάει. Με έναν άνθρωπο που επιμένει να νοιάζεται. Με μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε για να κερδίσει εντυπώσεις. Με εκείνη την παιδική χαρά για ένα τίποτα, που μεγαλώνοντας την αφήσαμε κάπου πίσω και τώρα προσπαθούμε να τη θυμηθούμε.

Η ελπίδα είναι μικρή. Ένα πείσμα. Μια επιμονή να μη δεχθείς πως όλα τελείωσαν. Μια αδιόρατη χαραμάδα μέσα σε έναν τοίχο που μοιάζει αδιαπέραστος.
Και ίσως αυτό να μας αρκεί προς το παρόν.

Να μη βαδίσουμε μόνο στους δρόμους που χάραξαν άλλοι για εμάς. Να πάρουμε έναν παράδρομο χωρίς να ξέρουμε πού βγάζει. Να συναντήσουμε εκεί κι άλλους που κουράστηκαν να πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Γιατί οι αλλαγές δεν ξεκινούν πάντα από τις μεγάλες πλατείες. Μερικές φορές αρχίζουν σε ένα τραπέζι, ανάμεσα σε λίγους ανθρώπους που αρνήθηκαν να θεωρήσουν φυσιολογικά όσα τους πληγώνουν.

Και τότε, χωρίς θόρυβο, κάτι αρχίζει να μετακινείται Όχι ο κόσμος ολόκληρος. Ένας άνθρωπος. Ύστερα ένας ακόμη.
Μια μικρή φλέβα γίνεται ρεύμα. Το ρεύμα γίνεται δρόμος.
Και ο δρόμος, κάποτε, ανοίγει.

Έτσι ξεκινούν σχεδόν όλα.
Και αυτό θα περάσει.
Εμείς όμως πρέπει να είμαστε εδώ όταν περάσει. 

Έλα στη θέση μου

Δεν θέλω να έρθω στη θέση σου. Στη δική μου θέλω να μείνω. Κι εσύ στη δική σου. Μόνο, σε παρακαλώ, έλα λίγο πιο κοντά.

Από τότε που άκουσα αυτή τη φράση, σκέφτομαι πόσο λάθος χρησιμοποιούμε καμιά φορά την κατανόηση.
Ζητάμε από τον άλλον να μπει στη θέση μας. Να αισθανθεί όπως αισθανόμαστε, να δει όπως βλέπουμε, να πονέσει εκεί που πονάμε. Μα αυτό δεν γίνεται.



Δεν μπορείς να δανειστείς τη ζωή ενός άλλου . Δεν μπορείς να φορέσεις τις αναμνήσεις του, τις απώλειές του, τις χαρές του, τους φόβους που τον ξυπνούν τη νύχτα.
Μπορείς όμως να πλησιάσεις.
Να κάνεις ένα βήμα προς το μέρος του, χωρίς να ζητήσεις να γίνει εκείνος εσύ κι εσύ εκείνος.

Να σταθείς απέναντί του χωρίς να προσπαθήσεις να τον αλλάξεις.
Να ακούσεις χωρίς να ετοιμάζεις την απάντησή σου.
Να σωπάσεις όταν η σιωπή είναι πιο τίμια από οποιαδήποτε συμβουλή.
Γιατί δεν θέλω πάντα κάποιον να μου πει τι να κάνω.
Κάποιες φορές θέλω μόνο να ξέρω πως είναι εκεί.

Αυτό το «είμαι εδώ» μπορεί να είναι μια ολόκληρη μορφή αγάπης.
Χωρίς μεγάλες υποσχέσεις. Χωρίς εξηγήσεις.
Χωρίς να χρειάζεται να σωθεί κανείς.

Μόνο μια παρουσία απέναντι σε μια άλλη παρουσία.
Και τότε η απόσταση αλλάζει σημασία.
Δεν είναι πια τα μέτρα που χωρίζουν δύο ανθρώπους.
Είναι το πόσο πρόθυμοι είμαστε να πλησιάσουμε.
Γιατί μπορεί να κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι με κάποιον και να βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά σου.
Και μπορεί να απέχει μια ολόκληρη ζωή από σένα ένας άνθρωπος και να αισθάνεσαι πως κάθεται ακριβώς δίπλα σου.

Αυτό ζητάω.
Όχι να έρθεις στη θέση μου.
Μείνε στη δική σου.
Εγώ θα μείνω στη δική μου.
Μόνο έλα λίγο πιο κοντά.
Τόσο, ώστε ανάμεσα στις δύο ζωές μας να μη χωράει η αδιαφορία.

Υ.Γ.
Και επειδή κάθε σοβαρό κείμενο χρειάζεται στο τέλος και μια μικρή αταξία, η φωτογραφία έχει μια γυναίκα με υπέροχες γάμπες.
Ο Αντώνης Σουρούνης έγραψε πως «οι γάμπες λένε πάντα την αλήθεια».
Συμφωνώ απολύτως.
Άλλωστε, υπάρχουν αλήθειες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις.
Αρκεί να ξέρεις πού να κοιτάξεις.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ο χρόνος τα φωτίζει αλλιώς

Ο Αύγουστος έχει έναν δικό του τρόπο να μπερδεύει τον χρόνο.
Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι από την ανατολή και να το κρατά λίγο ακόμη. Σαν να μας δίνει μια τελευταία ευκαιρία να ξαναδούμε όσα νομίζαμε πως χάθηκαν.



Σήμερα ξαναδιάβασα ένα κείμενο που έγραψα πριν από έξι χρόνια. Με ξάφνιασε.
Όχι επειδή άλλαξαν όλα. Αλλά επειδή κάποια πράγματα έμειναν ακριβώς εκεί, στη θέση τους.

Τότε έγραφα για τους ανθρώπους που αγαπιούνται και δεν καταφέρνουν πάντα να συναντηθούν. Για τις αποστάσεις που μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Για όσα δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε.

Είχα ανοίξει τις επιστολές του Σεφέρη στη Μαρώ. Είχα σταθεί στον Λειβαδίτη. Είχα αφήσει το ραδιόφωνο να ψιθυρίζει μέσα στο πρωινό.
Σήμερα δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά.
Οι λέξεις είχαν μείνει μέσα μου.

Με τα χρόνια κατάλαβα πως οι άνθρωποι δεν απομακρύνονται ξαφνικά. Φεύγουν λίγο λίγο. Από ένα βλέμμα που δεν συναντήθηκε. Από μια κουβέντα που αναβλήθηκε. Από ένα άγγιγμα που δεν έγινε.
Και κυρίως από την ψευδαίσθηση πως υπάρχει πάντα χρόνος.
Δεν υπάρχει πάντα χρόνος. Υπάρχει η στιγμή.

Και η αγάπη δεν είναι ποτέ ίση. Ο ένας δίνει περισσότερο, ο άλλος λιγότερο. Ο ένας περιμένει, ο άλλος φοβάται. Ο ένας μένει, ο άλλος έχει ήδη αρχίσει να φεύγει. Κι όμως, συνεχίζουμε να αγαπάμε.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο και το πιο ανθρώπινο πράγμα πάνω μας.

Ξαναδιάβασα λοιπόν σήμερα εκείνο το παλιό κείμενο και δεν θέλησα να αλλάξω ούτε λέξη.
Το άφησα να σταθεί απέναντί μου.
Σαν έναν άνθρωπο που γνώρισα κάποτε πολύ καλά και σήμερα μπορώ επιτέλους να τον κοιτάζω χωρίς θυμό.

Ο χρόνος δεν διορθώνει τα πάντα. Μερικά πράγματα απλώς τα φωτίζει διαφορετικά. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν είναι απλώς αργά. Είναι πια χθες.
Λιγότερα

Εκεί που η σιωπή γίνεται θάλασσα

Ο Αύγουστος με μπερδεύει. Έχει κάτι από τέλος. Οι μέρες κρατούν ακόμη, η θάλασσα είναι ζεστή, ο ήλιος επιμένει, αλλά κάπου μέσα σου ξέρεις πως το καλοκαίρι ετοιμάζεται να φύγει. Και μαζί του παίρνει πράγματα που δεν πρόλαβες να ζήσεις όπως ήθελες.



Δεν πειράζει. Ό,τι χάθηκε, χάθηκε. Δεν γίνεται να περπατάς μπροστά κοιτάζοντας συνεχώς πίσω. Ο δρόμος ανοίγεται εκεί που δεν τον ξέρεις, ακόμη κι όταν ο ορίζοντας είναι θολός.

Χθες βρέθηκα μόνος σε έναν τόπο που ήξερα, αλλά δεν είχα ξαναδεί έτσι.
Ένα μικρό ημικύκλιο θάλασσας, κρυμμένο χρόνια από τα μάτια μου. Μακριά από τις καρτ ποστάλ, από τις γνωστές εικόνες, από εκείνη την Κέρκυρα που μάθαμε να δείχνουμε στους άλλους.

Εκεί δεν υπήρχε τίποτα να δείξεις. Μόνο να αισθανθείς.
Νερό. Χώρος. Σιωπή. Και ένας άνθρωπος μόνος.
Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, η μοναξιά δεν μου φάνηκε εχθρός.

Υπάρχει μια μοναξιά που την επιλέγεις. Που την αναζητάς όπως αναζητάς μια καθαρή ανάσα. Δεν ζητάει εξηγήσεις. Δεν απαιτεί τίποτα. Κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα και δεν χρειάζεται να είσαι κανείς. Μόνο εσύ. Και τότε έρχονται οι άλλοι.

Εκείνοι που έφυγαν, εκείνοι που έμειναν μέσα σου, εκείνοι που δεν χρειάζονται σώμα για να υπάρχουν. Φιλικά φαντάσματα κάθονται δίπλα σου και σου λένε αλήθειες που οι ζωντανοί φοβούνται να πουν. Αυτή η μοναξιά δεν σε αδειάζει. Σε επιστρέφει στον εαυτό σου.
Δεν είναι εκείνη που σε περιμένει ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνη που κάθεται στο ίδιο τραπέζι, περπατάει δίπλα σου, κοιμάται στο ίδιο σπίτι και δεν βρίσκει μια αληθινή λέξη να πει.

Είναι οι άνθρωποι που έχουν μάθει να κρύβουν το κενό τους πίσω από ρόλους, υποχρεώσεις, χαμόγελα και συνήθειες. Χιλιάδες μοναξιές, τακτοποιημένες στην εντέλεια.

Αυτή η μοναξιά δεν έχει θάλασσα.

Έχει τοίχους.

Κι έτσι καταλήγουμε να ψάχνουμε κρυφά έναν τόπο όπου μπορούμε να κατεβάσουμε τις άμυνες. Μια παραλία. Ένα δωμάτιο. Μια ώρα μέσα στη μέρα. Κάπου όπου μπορούμε επιτέλους να πούμε μια κουβέντα χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε ποιοι είμαστε.

Χθες, στον δικό μου κρυφό τόπο, κατάλαβα κάτι. Δεν φοβάμαι να είμαι μόνος. Φοβάμαι να είμαι μόνος ανάμεσα σε ανθρώπους.

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής.
Πίσω με περίμενε η πραγματικότητα. Το καθήκον. Οι φωνές. Οι ρόλοι. Όλα εκείνα που μας τραβούν ξανά από το χέρι και μας θυμίζουν ποιοι πρέπει να είμαστε.
Αμάν πια αυτό το καθήκον. Κοίταξα για τελευταία φορά πίσω. Η θάλασσα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Σκέφτηκα πως υπάρχουν τόποι που δεν τους βρίσκεις στον χάρτη. Τους βρίσκεις όταν έχεις ανάγκη να μείνεις μόνος.
Και τότε καταλαβαίνεις πως η μοναξιά δεν είναι πάντα απουσία.
Μερικές φορές είναι ένας τόπος. Και έχει το χρώμα του νερού.
Λιγότερα

Δεν γεννήθηκα για να χωρέσω

Δεν φοβάμαι την αποτυχία. Περισσότερο φοβάμαι τη συνήθεια. Εκείνη τη στιγμή που τακτοποιείς τη ζωή σου τόσο καλά, ώστε μια μέρα όλα να βρίσκονται στη θέση τους και εσύ να μην βρίσκεσαι πουθενά. Αυτό δεν το θέλω.



Δεν γεννήθηκα για να χωρέσω. Ούτε σε δρόμους που χαράζουν άλλοι, ούτε σε βεβαιότητες που μου παραδίδονται έτοιμες. Πάντα κάτι μέσα μου τραβάει λίγο πιο πέρα. Σε έναν άλλο δρόμο, σε μια άλλη σκέψη, σε μια άλλη ζωή που δεν ξέρω ακόμη πώς να την ονομάσω.

Γι’ αυτό αναστατώνω τον εαυτό μου. Αλλάζω γνώμη. Αμφισβητώ όσα πιστεύω. Γκρεμίζω ακόμη και τις αλήθειες που κάποτε υπερασπίζομαι με πάθος. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να διαφωνώ σήμερα με τον άνθρωπο που ήμουν χθες.

Δεν εμπιστεύομαι τις απόψεις όταν γίνονται δόγματα. Ούτε τις ιδέες όταν ζητούν υπακοή. Μια αλήθεια μπορεί να με πείθει σήμερα και αύριο να μη με πείθει. Δεν φοβάμαι να την αφήσω πίσω. Προδοσία είναι να μένω πιστός σε κάτι που μέσα μου έχει τελειώσει.

Αγάπησα δημιουργούς χωρίς να τους κάνω ποτέ είδωλα. Ποιητές που μου δίνουν λέξεις για όσα δεν ξέρω να πω, μουσικούς που βάζουν ήχο σε όσα κουβαλώ μέσα μου, τραγούδια που γίνονται παρέα σε δρόμους και νύχτες. Από το «Μονόγραμμα» του Ελύτη και το «Σύννεφο με παντελόνια» του Μαγιακόφσκι μέχρι τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι και τις «Πολιτείες» του Θεοδωράκη, η δημιουργία έχει για μένα μεγαλύτερη σημασία από τον δημιουργό. Δεν με ενδιαφέρει να μαζεύω ονόματα. Με ενδιαφέρει να μαζεύω συγκινήσεις.

Ένας στίχος. Μια μελωδία. Μια φράση. Κάτι που με βρίσκει εκεί που δεν το περιμένω και μου αλλάζει τη μέρα.
Δεν έχω είδωλα. Δεν έχω αφίσες στους τοίχους μου. Δεν ζητώ αυτόγραφα. Δεν με ενδιαφέρει η λάμψη που ακολουθεί έναν άνθρωπο όταν γίνεται γνωστός. Θαυμάζω ανθρώπους. Ερωτεύομαι δημιουργίες.

Και ο έρωτας δεν είναι κατοχή. Είναι επιθυμία.
Είναι ένα βλέμμα που μένει λίγο περισσότερο πάνω σε ένα πρόσωπο. Ένα σώμα που περνάει δίπλα μου και αλλάζει για μια στιγμή ο ρυθμός της ημέρας. Η φωνή μιας γυναίκας που δεν λέει τίποτα σπουδαίο και όμως θυμάμαι τον ήχο της το βράδυ. Ένα άγγιγμα που δεν ζητά τίποτα. Μια τρυφερότητα που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.

Ο ερωτισμός δεν είναι επίδειξη. Είναι ο τρόπος που κοιτάζω τη ζωή όταν εξακολουθώ να τη θέλω.

Και τότε έρχεται η ασφάλεια.

Εκείνοι που την κυνηγούν περισσότερο είναι συχνά οι πιο ανασφαλείς. Εμείς που ζούμε μέσα στην αβεβαιότητα ξέρουμε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Κι αυτό, μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς.

Δεν ελέγχουμε τη ζωή. Την ζούμε.

Οι λεωφόροι δεν με συγκινούν. Όταν βλέπω πολύ κόσμο να πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση, ψάχνω έναν παράδρομο. Όχι για να είμαι διαφορετικός. Για να δω πού βγάζει.
Μπορεί να χαθώ. Δεν με πειράζει.
Έχω χαθεί αρκετές φορές για να ξέρω πως μερικοί δρόμοι σε πηγαίνουν πιο μακριά όταν δεν ξέρεις πού τελειώνουν.

Δεν θέλω όλες τις απαντήσεις. Θέλω να έχω ακόμη ερωτήσεις. Να υπάρχει μέσα μου κάτι ατακτοποίητο, κάτι που αρνείται να γίνει συνήθεια. Θέλω να υπάρχει ακόμη κάτι που δεν ξέρω. Κάτι που δεν έχω. Κάτι που με τραβάει.
Γιατί όσο υπάρχει επιθυμία, υπάρχει κίνηση. Και όσο υπάρχει κίνηση, δεν έχουμε τελειώσει.

Δεν ψάχνω να βάλω τη ζωή μου σε τάξη. Την αφήνω ανοιχτή.
Για έναν έρωτα που μπορεί να έρθει. Για ένα τραγούδι που δεν έχω ακούσει. Για έναν δρόμο που δεν ξέρω πού βγάζει. Για μια λέξη που δεν έχω γράψει.

Και αν κάποτε όλα μπουν στη θέση τους, δεν θα τρομάξω.
Θα σηκωθώ. Θα τα αναποδογυρίσω.
Θα ξαναβρώ έναν δρόμο.
Γιατί δεν γεννήθηκα για να χωρέσω.
Γεννήθηκα για να καίγομαι.
Λιγότερα

Γεννήθηκα για τη φωτιά.

Ο Αύγουστος δεν μετράει τις μέρες. Μετράει όσα έμειναν ανοιχτά. Επιστρέφουν πρόσωπα που δεν είναι πια εδώ. Λόγια που δεν ειπώθηκαν. Επιθυμίες που δεν έγιναν ποτέ ζωή. Και μαζί τους επιστρέφει κι εκείνος ο άνθρωπος που υπήρξαμε κάποτε, λίγο πιο αθώος, λίγο πιο βέβαιος ότι ο κόσμος μάς χρωστάει κάτι.
Δεν μας χρωστάει τίποτα. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι ελευθερία.





Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι οι μεγάλες επιθυμίες δεν ζητούν χρήματα. Ζητούν χρόνο. Κι ο χρόνος δεν χαρίζεται. Μόνο ξοδεύεται.
Κάποτε πίστευα πως η ζωή θα κρινόταν από όσα θα αποκτούσα. Σήμερα ξέρω πως κρίνεται από όσα δεν πρόδωσα. Από τις λίγες φωτιές που αρνήθηκα να σβήσω μέσα μου, ακόμη κι όταν όλοι με συμβούλευαν να γίνω πιο λογικός.

Δεν είχα την φιλοδοξία ποτέ, να γίνω σπουδαίος. Μου έφτανε να μη γίνω ξένος με τον εαυτό μου.
Ίσως γι' αυτό δεν φοβάμαι τόσο τις ήττες. Φοβάμαι τις συνήθειες. Εκείνες σκοτώνουν. Δεν κάνουν θόρυβο, δεν αφήνουν αίμα. Μόνο μια μέρα σε βάζουν απέναντι στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις τον άνθρωπο που σε κοιτάζει.

Ο έρωτας δεν νικά τον χρόνο. Ούτε τον θάνατο. Νικά όμως κάτι εξίσου σπουδαίο. Την αδιαφορία. Και όσο υπάρχει κάτι που μπορεί ακόμη να μας συγκινεί, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.
Μεγαλώνοντας έπαψα να θαυμάζω όσους κέρδισαν τα πάντα. Θαυμάζω εκείνους που έχασαν πολλά και εξακολουθούν να έχουν καθαρό βλέμμα.

Μια παλιά τσιγγάνικη παροιμία με ακολουθεί χρόνια.
«Να θέλεις έναν κόσμο είναι φωτιά. Να τον αποκτάς, καπνός.»
Χρειάστηκε μια ζωή για να την καταλάβω.
Δεν γεννηθήκαμε για τον καπνό.
Γεννηθήκαμε για τη φωτιά. 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....